Συνοπτική περίληψη του βιβλίου:
Σε ένα απομονωμένο φιόρδ της Ισλανδίας ένας γείτονας πάει στο σπίτι μιας οικογένειας, που τα ίχνη της έχουν χαθεί για πάνω από μία βδομάδα. Τα αυτοκίνητα της οικογένειας είναι παρκαρισμένα στο γκαράζ του σπιτιού, τα παράθυρα φωτισμένα, όμως κανένας δεν έρχεται να του ανοίξει όταν χτυπάει το κουδούνι. Ο γείτονας αποφασίζει να μπει μέσα από την πίσω πόρτα. Το θέαμα που αντικρίζει τον κάνει να καλέσει την αστυνομία. Ο επιθεωρητής Τιρ και η ιατροδικαστής Ίθουν καλούνται στον τόπο του εγκλήματος για να διερευνήσουν τα αίτια και τον τρόπο με τον οποίο έχουν βρεθεί δολοφονημένα όλα τα μέλη της οικογένειας. Καθώς οι έρευνες προχωρούν, βγαίνουν στο φως κρυμμένα μυστικά από το παρελθόν της οικογένειας και όλοι σιγά σιγά ανακαλύπτουν πως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Η ομάδα ερευνών μαζί με έναν ακόμα νεαρό αστυνομικό γρήγορα αντιλαμβάνονται πως η υπόθεση θα τους φέρει αντιμέτωπους με το δικό τους παρελθόν. Το κουτί της Πανδώρας έχει ανοίξει.
Προσωπική άποψη:
Μετά την ολοκλήρωση της κυκλοφορίας της σειράς «Children’s House» της Yrsa Sigurdardottir, οι εκδόσεις Μεταίχμιο επιστρέφουν με μια νέα σειρά της ίδιας, η οποία, καθώς φαίνεται από το πρώτο κιόλας βιβλίο της, ήρθε πολλά υποσχόμενη, με σκοπό να μας καθηλώσει και να μας προσφέρει νέες συγκινήσεις και στιγμές ανατριχίλας, με τον μοναδικό τρόπο που η συγγραφέας ξέρει να κάνει. Μια ιστορία που δεν είναι απλά μια αστυνομική περιπέτεια μυστηρίου, αλλά μια ιστορία απώλειας, ενοχής και διαχείρισης, ή μη, κάθε επώδυνης αλήθειας.
Βρισκόμαστε σε ένα απομονωμένο φιόρδ της Ισλανδίας, όπου μια οικογένεια έχει εξαφανιστεί για περισσότερο από μία εβδομάδα, παρά που τα φώτα στο σπίτι τους είναι ανοιχτά και τ’ αυτοκίνητά του παρκαρισμένα απέξω. Ένας γείτονας παίρνει την πρωτοβουλία να εισέλθει στο σπίτι από την πίσω πόρτα, για ν’ ανακαλύψει με φρίκη πως το σπίτι να έχει μετατραπεί σε σκηνικό μαζικών δολοφονιών. Η αστυνομία ειδοποιείται, με τις έρευνες να ξεκινούν άμεσα, χωρίς, όμως, να γνωρίζει κανείς πως όσα περισσότερο στοιχεία έρχονται στο φως, τόσο περισσότερες πληγές ανοίγονται, τόσο για την ίδια την υπόθεση όσο και για τους ερευνητές.
Η συγγραφέας έχει επιλέξει την αμφίδρομη αφήγηση, χρησιμοποιώντας δύο αφηγηματικούς άξονες, το «πριν» και το «τώρα». Ο πρώτος μάς επιτρέπει να γίνουμε παρατηρητές των γεγονότων που προηγήθηκαν της σφαγής, ενώ ο δεύτερος να γίνουμε κι εμείς, κατά μία έννοια, μέλη της ερευνητικής ομάδας, ανακαλύπτοντας στοιχεία που, συνδέοντάς τα με εκείνα που συλλέγουμε από την σταδιακή αποκάλυψη του παρελθόντος, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός παζλ, σταδιακά και με ένταση, φέρνοντας στο φως αλήθειες που δεν φανταζόμασταν και που καθιστούν την υπόθεση πολύ πιο περίπλοκη και ιδιαίτερα απ’ όσο ίσως υποθέταμε αρχικά, που δεν αφορούν μόνο τα γεγονότα της υπόθεσης, αλλά και τις σκοτεινές πλευρές των χαρακτήρων που αποκαλύπτονται θέλοντας και μη.
Η Ισλανδία, με τα άγρια τοπία και τους χειμωνιάτικους ανέμους, δεν λειτουργεί απλά ως ένα σκηνικό όπου εκτυλίσσεται η δράση, αλλά λειτουργεί ως ένα μέσο ψυχολογικής πίεσης, όπου η αίσθηση της απομόνωσης και του φόβου συνεχώς κορυφώνονται, στοιχείο που έχει μεγάλο αντίκτυπο και στους εμπλεκόμενους χαρακτήρες, οι οποίοι, αν μη τι άλλο, διακρίνονται για την πολυπλοκότητά τους, με τις δικές τους οικογενειακές ιστορίες να λειτουργούν ως καθρέφτης, θα λέγαμε, του εγκλήματος που ερευνούν. Και κάπως έτσι, έχουμε την ευκαιρία να γίνουμε παρατηρητές των εσωτερικών τους συγκρούσεων, να διερευνήσουμε τα προσωπικά τους τραύματα, που τους έχουν καθορίσει σε μεγάλο βαθμό, μα και να προβληματιστούμε σχετικά με το πραγματικό νόημα της ευθύνης και των ορίων της ηθικής, καθώς και των συνεπειών που έρχονται όταν αυτά ξεπερνιούνται.
Η Sigurdardottir, όπως σε κάθε της βιβλίο, άλλωστε, δεν εστιάζει αποκλειστικά και μόνο στη δράση. Περισσότερο από κάθε τι άλλο, εστιάζει στην ψυχολογία των χαρακτήρων της, τις ψυχολογικές μεταπτώσεις και τις εντάσεις που αυτοί παρουσιάζουν, διατηρώντας με αυτό τον τρόπο ζωντανό τον αφηγηματικό ρυθμό, ακόμα και όταν η πλοκή χαμηλώνει ταχύτητες. Σε κάθε περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με ένα καθαρόαιμο σκανδιναβικό noir μυθιστόρημα, άκρως ατμοσφαιρικό, που μπορεί ορισμένες στιγμές να γίνεται ιδιαίτερα γραφικό στα περιγραφές του, ωστόσο, χωρίς να θέλει να δημιουργήσει εντυπώσεις, αλλά να προκαλέσει την έντονη συναισθηματική αντίδραση του αναγνώστη, πράγμα που τελικά το πετυχαίνει.
Βαθμολογία 9/10
Ταυτότητα βιβλίου:
Συγγραφέας: Yrsa Sigurdardottir
Μεταφραστής: Κηλύμης Κωστής
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Κατηγορία: Ξένη Λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2025
Αρ. σελίδων: 488
ISBN: 978-618-03-4380-9
Σε ένα απομονωμένο φιόρδ της Ισλανδίας ένας γείτονας πάει στο σπίτι μιας οικογένειας, που τα ίχνη της έχουν χαθεί για πάνω από μία βδομάδα. Τα αυτοκίνητα της οικογένειας είναι παρκαρισμένα στο γκαράζ του σπιτιού, τα παράθυρα φωτισμένα, όμως κανένας δεν έρχεται να του ανοίξει όταν χτυπάει το κουδούνι. Ο γείτονας αποφασίζει να μπει μέσα από την πίσω πόρτα. Το θέαμα που αντικρίζει τον κάνει να καλέσει την αστυνομία. Ο επιθεωρητής Τιρ και η ιατροδικαστής Ίθουν καλούνται στον τόπο του εγκλήματος για να διερευνήσουν τα αίτια και τον τρόπο με τον οποίο έχουν βρεθεί δολοφονημένα όλα τα μέλη της οικογένειας. Καθώς οι έρευνες προχωρούν, βγαίνουν στο φως κρυμμένα μυστικά από το παρελθόν της οικογένειας και όλοι σιγά σιγά ανακαλύπτουν πως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Η ομάδα ερευνών μαζί με έναν ακόμα νεαρό αστυνομικό γρήγορα αντιλαμβάνονται πως η υπόθεση θα τους φέρει αντιμέτωπους με το δικό τους παρελθόν. Το κουτί της Πανδώρας έχει ανοίξει.
Προσωπική άποψη:
Μετά την ολοκλήρωση της κυκλοφορίας της σειράς «Children’s House» της Yrsa Sigurdardottir, οι εκδόσεις Μεταίχμιο επιστρέφουν με μια νέα σειρά της ίδιας, η οποία, καθώς φαίνεται από το πρώτο κιόλας βιβλίο της, ήρθε πολλά υποσχόμενη, με σκοπό να μας καθηλώσει και να μας προσφέρει νέες συγκινήσεις και στιγμές ανατριχίλας, με τον μοναδικό τρόπο που η συγγραφέας ξέρει να κάνει. Μια ιστορία που δεν είναι απλά μια αστυνομική περιπέτεια μυστηρίου, αλλά μια ιστορία απώλειας, ενοχής και διαχείρισης, ή μη, κάθε επώδυνης αλήθειας.
Βρισκόμαστε σε ένα απομονωμένο φιόρδ της Ισλανδίας, όπου μια οικογένεια έχει εξαφανιστεί για περισσότερο από μία εβδομάδα, παρά που τα φώτα στο σπίτι τους είναι ανοιχτά και τ’ αυτοκίνητά του παρκαρισμένα απέξω. Ένας γείτονας παίρνει την πρωτοβουλία να εισέλθει στο σπίτι από την πίσω πόρτα, για ν’ ανακαλύψει με φρίκη πως το σπίτι να έχει μετατραπεί σε σκηνικό μαζικών δολοφονιών. Η αστυνομία ειδοποιείται, με τις έρευνες να ξεκινούν άμεσα, χωρίς, όμως, να γνωρίζει κανείς πως όσα περισσότερο στοιχεία έρχονται στο φως, τόσο περισσότερες πληγές ανοίγονται, τόσο για την ίδια την υπόθεση όσο και για τους ερευνητές.
Η συγγραφέας έχει επιλέξει την αμφίδρομη αφήγηση, χρησιμοποιώντας δύο αφηγηματικούς άξονες, το «πριν» και το «τώρα». Ο πρώτος μάς επιτρέπει να γίνουμε παρατηρητές των γεγονότων που προηγήθηκαν της σφαγής, ενώ ο δεύτερος να γίνουμε κι εμείς, κατά μία έννοια, μέλη της ερευνητικής ομάδας, ανακαλύπτοντας στοιχεία που, συνδέοντάς τα με εκείνα που συλλέγουμε από την σταδιακή αποκάλυψη του παρελθόντος, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός παζλ, σταδιακά και με ένταση, φέρνοντας στο φως αλήθειες που δεν φανταζόμασταν και που καθιστούν την υπόθεση πολύ πιο περίπλοκη και ιδιαίτερα απ’ όσο ίσως υποθέταμε αρχικά, που δεν αφορούν μόνο τα γεγονότα της υπόθεσης, αλλά και τις σκοτεινές πλευρές των χαρακτήρων που αποκαλύπτονται θέλοντας και μη.
Η Ισλανδία, με τα άγρια τοπία και τους χειμωνιάτικους ανέμους, δεν λειτουργεί απλά ως ένα σκηνικό όπου εκτυλίσσεται η δράση, αλλά λειτουργεί ως ένα μέσο ψυχολογικής πίεσης, όπου η αίσθηση της απομόνωσης και του φόβου συνεχώς κορυφώνονται, στοιχείο που έχει μεγάλο αντίκτυπο και στους εμπλεκόμενους χαρακτήρες, οι οποίοι, αν μη τι άλλο, διακρίνονται για την πολυπλοκότητά τους, με τις δικές τους οικογενειακές ιστορίες να λειτουργούν ως καθρέφτης, θα λέγαμε, του εγκλήματος που ερευνούν. Και κάπως έτσι, έχουμε την ευκαιρία να γίνουμε παρατηρητές των εσωτερικών τους συγκρούσεων, να διερευνήσουμε τα προσωπικά τους τραύματα, που τους έχουν καθορίσει σε μεγάλο βαθμό, μα και να προβληματιστούμε σχετικά με το πραγματικό νόημα της ευθύνης και των ορίων της ηθικής, καθώς και των συνεπειών που έρχονται όταν αυτά ξεπερνιούνται.
Η Sigurdardottir, όπως σε κάθε της βιβλίο, άλλωστε, δεν εστιάζει αποκλειστικά και μόνο στη δράση. Περισσότερο από κάθε τι άλλο, εστιάζει στην ψυχολογία των χαρακτήρων της, τις ψυχολογικές μεταπτώσεις και τις εντάσεις που αυτοί παρουσιάζουν, διατηρώντας με αυτό τον τρόπο ζωντανό τον αφηγηματικό ρυθμό, ακόμα και όταν η πλοκή χαμηλώνει ταχύτητες. Σε κάθε περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με ένα καθαρόαιμο σκανδιναβικό noir μυθιστόρημα, άκρως ατμοσφαιρικό, που μπορεί ορισμένες στιγμές να γίνεται ιδιαίτερα γραφικό στα περιγραφές του, ωστόσο, χωρίς να θέλει να δημιουργήσει εντυπώσεις, αλλά να προκαλέσει την έντονη συναισθηματική αντίδραση του αναγνώστη, πράγμα που τελικά το πετυχαίνει.
Βαθμολογία 9/10
Ταυτότητα βιβλίου:
Συγγραφέας: Yrsa Sigurdardottir
Μεταφραστής: Κηλύμης Κωστής
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Κατηγορία: Ξένη Λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2025
Αρ. σελίδων: 488
ISBN: 978-618-03-4380-9



0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου