Συνοπτική περίληψη του βιβλίου:

Οι έφηβοι Σαμ και Σέιντι γνωρίζονται τη δεκαετία του 1980 σε ένα παιδιατρικό νοσοκομείο στην Καλιφόρνια, όπου ο Σαμ νοσηλεύεται μετά από το τροχαίο δυστύχημα που κόστισε τη ζωή στη μητέρα του και η αδελφή της Σέιντι υποβάλλεται σε θεραπεία για λευχαιμία. Τα δύο παιδιά θα γίνουν φίλοι παίζοντας βιντεοπαιχνίδια. Θα ξανασυναντηθούν τυχαία, έξι χρόνια αργότερα, στη Μασσαχουσέττη, όπου σπουδάζουν. Η συνάντηση αυτή είναι η αρχή μιας θρυλικής συνεργασίας στον συναρπαστικό χώρο του σχεδιασμού βιντεοπαιχνιδιών. Προτού αποφοιτήσουν από το πανεπιστήμιο, οι δύο φίλοι δημιουργούν το πρώτο τους blockbuster παιχνίδι και εν μιά νυκτί κατακτούν τον κόσμο. Η επιτυχία και ο πλούτος, όμως, δε θα τους προστατεύσουν από τις παγίδες της υπέρμετρης φιλοδοξίας τους, τις προδοσίες και τις προσωπικές τραγωδίες που θα βιώσουν στην πορεία.
Στο «Αύριο, και το αύριο, και το αύριο» η Γκαμπριέλλε Ζέβιν εξετάζει την πολυποίκιλη φύση της ταυτότητας, της αναπηρίας, της αποτυχίας, τη δυνατότητα λύτρωσης που προσφέρει το παιχνίδι και, πάνω απ’ όλα, την ανάγκη μας για βαθιά ανθρώπινη επαφή, για τη λαχτάρα μας να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε.
Ένα από τα 100 καλύτερα βιβλία του 21ου αιώνα των New York Times.

Προσωπική άποψη:
Τα βιντεοπαιχνίδια συνήθως αντιμετωπίζονται ως ένας τρόπος διασκέδασης, ως ένας κόσμος στον οποίο μπορεί κανείς να ξεφύγει για λίγο απ’ την πραγματικότητα. Η Gabrielle Zevin, όμως, τα χρησιμοποιεί ως κάτι πολύ περισσότερο στο βιβλίο της «Το αύριο και το αύριο και το αύριο». Εδώ το παιχνίδι γίνεται τρόπος επικοινωνίας, δημιουργίας, έκφρασης και, τελικά, ένας διαφορετικός τρόπος να μιλήσει κανείς για τις ανθρώπινες σχέσεις. Γιατί αυτό δεν είναι στην πραγματικότητα ένα βιβλίο για τα βιντεοπαιχνίδια, όσο κι αν αυτά βρίσκονται στο επίκεντρό του. Είναι ένα βιβλίο για τη φιλία, τη συνεργασία, τη φιλοδοξία κι εκείνους τους ανθρώπους που μπορούν να σημαδέψουν τη ζωή μας χωρίς να είναι απαραίτητα οι άνθρωποι με τους οποίους θα καταλήξουμε να ζήσουμε.

Ο Σαμ και η Σέιντι γνωρίζονται ως παιδιά, σ’ ένα παιδιατρικό νοσοκομείο στην Καλιφόρνια, σε μια περίοδο κατά την οποία και οι δύο έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με δύσκολες καταστάσεις πολύ μεγαλύτερες από την ηλικία τους. Τα βιντεοπαιχνίδια γίνονται ο δικός τους τρόπος να επικοινωνήσουν και να δημιουργήσουν έναν χώρο όπου οι ασθένειες, η απώλεια και ο φόβος μένουν για λίγο έξω. Χρόνια αργότερα, οι δυο τους συναντιούνται ξανά τυχαία, αυτή τη φορά ως φοιτητές στη Βοστόνη, και η παλιά τους σχέση αναβιώνει. Μαζί με τον Μαρξ, τον στενότερο φίλο και συνεργάτη τους, θα δημιουργήσουν ένα παιχνίδι που θα τους οδηγήσει πολύ γρήγορα στην επιτυχία και θ’ αλλάξει για πάντα τη ζωή τους.

Η Zevin δεν επιλέγει την εύκολη λύση προκειμένου να μετατρέψει τη σχέση του Σαμ και της Σέιντι σε ένα ακόμη τυπικό ρομάντζο. Αντίθετα, τους αφήνει ν’ αγαπούν ο ένας τον άλλον μ’ έναν τρόπο που δεν χωράει εύκολα σε μια συγκεκριμένη κατηγορία. Είναι φίλοι, συνεργάτες, δημιουργικοί συνοδοιπόροι, άνθρωποι που μπορούν να πληγώσουν βαθιά ο ένας τον άλλον και ταυτόχρονα να μην μπορούν πραγματικά ν’ απομακρυνθούν. Η σχέση τους περνά από διαφορετικές φάσεις κι αλλάζει μαζί τους, ενώ η δημιουργική τους συνεργασία μοιάζει πολλές φορές με μια ακόμη πιο δύσκολη μορφή οικειότητας. Για να φτιάξεις κάτι μαζί με κάποιον, πρέπει να του παραδώσεις ένα κομμάτι του εαυτού σου και να δεχτείς ότι μπορεί να το απορρίψει, να το αλλάξει ή και να το κάνει καλύτερο.

Εδώ ακριβώς είναι που βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, ένα απ’ τα σημαντικότερα θέματα του βιβλίου. Ο Σαμ και η Σέιντι είναι εξαιρετικοί στο να δημιουργούν κόσμους στους οποίους άλλοι άνθρωποι μπορούν να μπουν και να ζήσουν, αλλά δυσκολεύονται πολύ στο να διαχειριστούν τον πραγματικό κόσμο και ακόμα περισσότερο τις μεταξύ τους σχέσεις. Ο καθένας κουβαλά τις δικές του πληγές κι ανασφάλειες, με τον Σαμ να πρέπει να μάθει να ζει με μια μόνιμη σωματική αναπηρία και με την αίσθηση ότι δεν ανήκει απολύτως πουθενά, και με τη Σέιντι να βρίσκεται σ’ έναν ανδροκρατούμενο χώρο όπου η δουλειά της συχνά αντιμετωπίζεται διαφορετικά ακριβώς επειδή είναι γυναίκα. Ο Μαρξ, από την άλλη, μοιάζει αρχικά ο πιο άνετος από τους τρεις, όμως και η δική του πορεία αποδεικνύει πως η επιτυχία δεν προστατεύει κανέναν από την απώλεια.

Αγάπησα τον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας συνδέει τη δημιουργία ενός παιχνιδιού με τη δημιουργία μιας σχέσης. Ένα παιχνίδι χρειάζεται ιδέες, υπομονή, συνεργασία, αποτυχίες και συνεχείς διορθώσεις, και κατά έναν παράδοξο, ίσως, τρόπο, ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Και η επιλογή του τίτλου, που παραπέμπει στον μονόλογο του Μάκβεθ, αποκτά έτσι μια διαφορετική διάσταση. Αν για τον Σαίξπηρ το «αύριο, και το αύριο, και το αύριο» παραπέμπει στη φθορά και στη ματαιότητα της ζωής, για τη Zevin το επόμενο «αύριο» μπορεί να σημαίνει μια νέα αρχή, μια ακόμη προσπάθεια, μια ακόμη ευκαιρία να ξαναπαίξεις. Η ιδέα της επανεκκίνησης είναι, άλλωστε, βασικό κομμάτι των παιχνιδιών και ταυτόχρονα μια από τις πιο ανθρώπινες ανάγκες μας.

Βέβαια, οφείλω να ομολογήσω πως υπάρχουν ορισμένα σημεία στα οποία η αφήγηση πλατιάζει ελαφρώς, και η ενασχόληση με τη διαδικασία ανάπτυξης των παιχνιδιών μπορεί να κουράσει έναν αναγνώστη που δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο αντικείμενο-προσωπικά δεν μ’ αφορά, αλλά δεν γίνεται να μην το αναφέρω. Παρ’ όλα ταύτα, η Zevin αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό την υπερβολικά τεχνική ορολογία και καταφέρνει να κάνει τον κόσμο των video games προσβάσιμο ακόμη και σε κάποιον που δεν είναι gamer. Υπήρχαν, επίσης, μερικά μικρά σημεία, στο δεύτερο μισό του βιβλίου, όπου ένιωσα πως η ιστορία φορτώνεται με αρκετές παράλληλες εξελίξεις και χάνει λίγο απ’ τη δυναμική που είχε στην αρχή. Ωστόσο, οι χαρακτήρες είναι αρκετά δυνατοί ώστε να κρατήσουν το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που μιλά για την αγάπη με την ευρύτερη έννοια της λέξης. Για την αγάπη ανάμεσα σε φίλους, για την αγάπη απέναντι σ’ αυτό που δημιουργούμε, για την ανάγκη να μας καταλάβει κάποιος πραγματικά, αλλά και για τον πόνο που προκαλεί η απώλεια ενός ανθρώπου με τον οποίο έχουμε μοιραστεί ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μας. Η Zevin καταφέρνει να μιλήσει για όλα αυτά χρησιμοποιώντας έναν κόσμο που εκ πρώτης όψεως μοιάζει απευθυνόμενος σ’ ένα πολύ συγκεκριμένο κοινό, στην πραγματικότητα όμως αφορά οποιονδήποτε έχει δημιουργήσει κάτι μαζί με κάποιον άλλο, έχει αποτύχει, έχει πληγωθεί ή έχει χρειαστεί να πατήσει ξανά «play». Και ίσως αυτή να είναι τελικά η μεγαλύτερη επιτυχία του βιβλίου, το ότι καταφέρνει να μας θυμίσει πως, όσο δύσκολο κι αν είναι το παιχνίδι, αξίζει να συνεχίζουμε να παίζουμε.
Βαθμολογία 9/10

Ταυτότητα βιβλίου:
Συγγραφέας: Gabrielle Zevin
Μεταφραστής: Καλοφωλιάς Αλέξης
Εκδόσεις: Πατάκης
Κατηγορία: Ξένη Λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2025
Αρ. σελίδων: 544
ISBN: 978-960-16-8820-6