"Πράξεις των Αποστόλων" του Ιωάννη Πανουτσόπουλου

Οι «Πράξεις των Αποστόλων» αποτελούν τερματικό σταθμό μιας ποιητικής κυοφορίας τριάντα ετών. Σ’ αυτή τη διαδρομή ο Ιωάννης Πανουτσόπουλος διακρίνει πρωταρχικά στοιχεία της ζωής και της ύπαρξης. Προσεγγίζει το πεδίο των κοινωνικών συγκρούσεων για να διαπιστώσει πως «Σε αυτόν τον κόσμο είναι όλα τόσο τακτοποιημένα/ Τόσο εξασφαλισμένο ότι ο σπινθήρας δεν θα βάλει φωτιά/ Η επανάσταση έχει τόσο πολύ αντιγράψει τη συντήρηση/ Τα πνευματικά δικαιώματα του επιτηρούμενου καταλήγουν/ Απρόσκοπτα στην τσέπη του επιτηρητή…».
Ο ποιητής εξεγείρεται ενάντια στην τακτοποιημένη σκέψη και τις αδιαβάθμητες φιλοδοξίες. Η ποίησή του δεν παραμερίζει για να περάσει η πραγματικότητα. Γνωρίζει πως «Ικανοποιώντας το ανικανοποίητο το καταστήσαμε αδηφάγο/ Στο οικοδόμημά της Βαβέλ το ρετιρέ περιζήτητο/ Η εργαστηριακή αλαζονεία πειραματίζεται/ Το ποντίκι της υπεροψίας βρυχάται/ Ξανανοίγω το μαραγκούδικο του Νώε και μαζεύω ξυλεία/Δεν προσθέτω γρανάζια στην ατέρμονη μηχανική».
Ταξιδεύοντας µε την κιβωτό των λέξεων, ο Ιωάννης Πανουτσόπουλος µας παρέχει τη συνταγή της αισιοδοξίας του: «Στην αιώνια νύχτα κάποιος ανακατεύει την κοσμική σούπα/ Τα ερωτήματά µου αναζητούν το ιερό κοχλιάριο/ Με το δικαίωμα της δοκιμής αφήνω άδειο το τσουκάλι».
Θα μπορούσε δηλαδή η ποίηση να τέρψει και τον ουρανίσκο; Γιατί όχι; Ο ποιητής µας βεβαιώνει άλλωστε ότι «Οι λέξεις µου αλέθονται µε τον καιρό και θυμίζουν/ Φρουτόκρεµα για βρέφη που θα µε διαβάσουν στο μέλλον».
Οι «Πράξεις των Αποστόλων» αποτελούν μια ιδιαίτερη πρόταση ποιητικής γραφής. Ισοδυναμούν με μια ξενάγηση στα τοπία της ακινησίας και μια περιδιάβαση στις άπειρες διαστάσεις της πραγματικότητας. Είναι η στιγμή που ανακαλύπτουμε πως ο «Χωροχρόνος είναι το ταξιδιωτικό γραφείο του σύμπαντος/ Υπάρχουν άστρα που ξεμακραίνουν από τη Γη/ Ξεμακραίνουν με ταχύτητα μεγαλύτερη του φωτός/ Κάτι λέει αυτό για τη φήμη μας».
Οι «Πράξεις των Αποστόλων» είναι το χέρι που απλώνουμε όταν καλούμε τον ενθουσιασμό να μας χτενίσει τα μαλλιά και να μας νίψει το πρόσωπο. Είναι η σταθερή φωνή του ποιητή που επαναλαμβάνει αυτό που του ψιθυρίζει ξανά και ξανά η σιωπή και το ένστικτο.
«Ειλικρινά σας λέω
Μην εμπιστεύεστε το παρόν
Αγοράζει φτηνά και πουλάει πανάκριβα
Μην εμπιστεύεστε το μέλλον
Δεν γνωρίζει τι αγοράζει και δεν ξέρει τι θα πουλήσει
Μην εμπιστεύεστε το παρελθόν
Μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία τα πάντα μετεωρίζονται».