Συνοπτική περίληψη του βιβλίου:

Αυτός ο δολοφόνος έχει τη δική του ιστορία.
Για να την αποκαλύψει, πρέπει να συλληφθεί.
Όταν ένας έμπορος όπλων πέφτει νεκρός στους δρόμους της Μινεάπολης, όλα τα στοιχεία οδηγούν σε έναν μοναχικό λύκο, έναν ελεύθερο σκοπευτή που έχει εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει ίχνη. Όταν ο σκοπευτής χτυπά ξανά, καλούν τον αντικομφορμιστή ντετέκτιβ Μπομπ Οζ για να εξιχνιάσει την υπόθεση. Δεν πιστεύουν ότι αυτό το θύμα θα είναι το τελευταίο. Ο Μπομπ αρνείται να ακολουθήσει τις οδηγίες του αρχηγού της αστυνομίας, γιατί υπάρχει κάτι που θυμίζει στον Μπομπ μια υπόθεση που θα προτιμούσε να ξεχάσει. Και καθώς ο αριθμός των θυμάτων αυξάνεται, υποψιάζεται ότι συμβαίνει κάτι ακόμα πιο σκοτεινό. Όσο πιο κοντά φτάνει στην αλήθεια τόσο πιο πολύ αναστατώνεται. Γιατί αυτός ο κατά συρροή δολοφόνος του θυμίζει κάποιον επικίνδυνο: τον εαυτό του.
Στην Ώρα του λύκου, ο Jo Nesbο τοποθετεί τη δράση στις μεσοδυτικές πολιτείες της Αμερικής του 2016. Ένα σκληρό μυθιστόρημα με το καλύτερο στιλ του Nesbο – σε μια Αμερική που βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού.

Προσωπική άποψη:
Στη δύση του 2025, ο αγαπημένος συγγραφέας πολλών -και άλλων τόσων που αγαπούν να τον μισούν, αλλά παρ' όλα ταύτα τον διαβάζουν πιστά-, Jo Nesbo, έκανε τη λογοτεχνική του επιστροφή με ένα μυθιστόρημα πολύ διαφορετικό απ' όσα μας είχε συνηθίσει έως σήμερα, πιο ώριμο και πιο εσωστρεφές από κάθε άλλη φορά, απομακρυσμένος από την κλασική φόρμα των σκανδιναβικών αστυνομικών μυθιστορημάτων, και των δικών του κατ' επέκταση, προσφέροντάς μας ένα αρκετά σκληρό και ωμό noir έργο, όπου το έγκλημα λειτουργεί περισσότερο ως εργαλείο ηθικής διερεύνησης, παρά οτιδήποτε άλλο.

Το "Η ώρα του λύκου" ακολουθεί τον Μπομπ Οζ, έναν πρώην αστυνομικό της Νέας Υόρκης που έχει αποσυρθεί στη Μινεσότα, προσπαθώντας να ζήσει μακριά από ένα τραυματικό παρελθόν. Η ήσυχη και απομονωμένη ζωή του διαταράσσεται όταν ένας έμπορος όπλων πέφτει νεκρός από τα πυρά ενός ελεύθερου σκοπευτή, που πολύ σύντομα ξαναχτυπά, με τον ίδιο να αναγκάζεται να επιστρέψει στη δράση και σε έναν κόσμο βίας και ηθικών διλημμάτων που πίστευε πως είχε αφήσει πίσω. Κι όσο ο αριθμός των θυμάτων αυξάνεται, τόσο ο Μπομπ υποψιάζεται πως πίσω από όλους αυτούς τους φόνους βρίσκεται κάτι πολύ πιο γνώριμο απ' όσο θα ήθελε, σαν να κοιτάζει το είδωλό του σε καθρέφτη.

Συνήθως αφήνω την ανάλυση των χαρακτήρων για το τέλος, αλλά δεδομένου του πόσο εσωστρεφής και ανθρωποκεντρική είναι η αφήγηση του εν λόγω βιβλίου, το αναφερθούμε στον αντιήρωα πρωταγωνιστή του, πριν από κάθε τι άλλο, δεν είναι απλά ανάγκη, αλλά επιβάλλεται. Ο Μπομπ είναι ένας άνθρωπος που ζει απομονωμένος, προσπαθώντας να εξαφανίσει το παρελθόν του. Ζει μια σχεδόν ασκητική ζωή, με αυστηρούς μικρούς και μεγάλους κανόνες, σαν να τιμωρεί τον εαυτό. Θέλει να μείνει μακριά από τη βία, η ψυχική και συναισθηματική του ισορροπία είναι πολύ λεπτή, κι όταν καλείται να επιστρέψει σε αυτό που προσπαθεί ν' αποβάλλει από πάνω του, η ισορροπία αυτή σταδιακά καταρρέει, με το ντόμινο της κατάρρευσης αυτής να προβληματίζει και να προσφέρει τροφή για σκέψη.

Πρόθεση του συγγραφέα, ξεκάθαρα, δεν είναι το να μας κάνει να συμπαθήσουμε τον Μπομπ. Δεν προσπαθεί να εκβιάσει το συναίσθημά μας, αλλά μας προκαλεί να διεισδύσουμε στο μυαλό και στην ψυχή του, να αναγνωρίσουμε το αδιέξοδο ενός ανθρώπου που γνωρίζει όσα κακά έχει πράξει και παλεύει ν' αποτινάξει από πάνω του, όχι απαραίτητα ξεχνώντας τα, αλλά αφήνοντάς τα σε ένα μικρό κουτάκι στην άκρη του μυαλού του, αλλάζοντας μέρα με τη μέρα αυτό που ήταν και να γίνει κάτι άλλο. Το μεγάλο ερώτημα, όμως, δεν είναι αν μπορεί να το καταφέρει, αλλά αν πραγματικά του επιτρέπεται να το κάνει, γιατί, καμιά φορά, όσο κι αν θες να ξεφύγεις απ' αυτό που είσαι, δεν γίνεται.

Το ψυχρό και παγωμένο τοπίο της Μινεσότα έχει έναν συμβολικό χαρακτήρα. Είναι σύμβολο σιωπής, ένας τόπος απομόνωσης, που επικρατεί πειθαρχία, όπως ακριβώς και στον ψυχισμό του πρωταγωνιστή μας, τουλάχιστον όταν ξεκινάει να εξελίσσεται το δράμα της ιστορίας. Ο χώρος όπου εκτυλίσσεται η δράση δεν είναι απλά ένα σκηνικό, αλλά λειτουργεί ως καθρέφτης, στον οποίο αντανακλάται η ψυχική κατάσταση των χαρακτήρων, σε ένα πιο ευρύ πλαίσιο. Παράλληλα, το θρησκευτικό στοιχείο αποτελεί έναν από τους πλέον βασικούς άξονες του βιβλίου, και από τους πιο ενδιαφέροντες, με τον Nesbo να καταφέρνει να τον αξιοποιήσει, όχι με τρόπο δογματικό, αλλά ως προς το ηθικό του πλαίσιο, ενώ μιλά και για την κληρονομιά της βίας, της σιωπής, του φόβου της επανάληψης.

Η γραφή του Nesbo δεν είναι εξεζητημένη, θα μπορούσα να την χαρακτηρίσω λιτή, όμως την ίδια στιγμή είναι εξαιρετικά κοφτή, με τον συγγραφέα να φαίνεται πως έχει τον απόλυτο έλεγχο της ιστορίας του. Το χτίσιμο της έντασης γίνεται σταδιακά, σχεδόν υπόγεια, αποφεύγοντας περιττές εξάρσεις που ναι μεν μπορεί να προκαλούσαν κρότο, όμως η εντύπωση αυτού θα χανόταν όταν ο ήχος θα καταλάγιαζε. Σίγουρα δεν έχουμε να κάνουμε με το πιο "εύκολο" βιβλίο του, αλλά σαφέστατα είναι από τα πιο ατμοσφαιρικά και ειλικρινή, γεμάτο ηθικά του διλήμματα, αναζητώντας την έννοια της λύτρωσης και του κατά πόσο αυτή μπορεί να έρθει χωρίς να ξεπληρώσεις ό,τι χρωστάς. Και τελικά, πάνω απ' όλα, καταλήγει να είναι ένα μυθιστόρημα που κοιτάζει κατάματα την έννοια της ευθύνης και δεν χαρίζει συγχωροχάρτια σε κανέναν.
Βαθμολογία 9/10

Ταυτότητα βιβλίου:
Συγγραφέας: Jo Nesbo
Μεταφραστής: Γλυνιαδάκη Κρυστάλλη
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Κατηγορία: Ξένη Λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2025
Αρ. σελίδων: 472
ISBN: 978-618-03-4508-7