"Αέναες ζωές" του Θεόδωρου Πάλλα

Οι πέτρες δε θα μπορούσαν να γυαλίζουν, δεν υπήρχε σε κανένα κομμάτι του μικρού ποταμού φως. Μονάχα ο ίσκιος των αγριεμένων πλατανιών που μιας και δεν τους άφηναν φωνή επιβάλλονταν στον χώρο με τον ίσκιο τους.
Το κορίτσι έσκυψε, έβαλε το χέρι του στο νερό, γέλασε. Το ποτάμι σίγησε και για εκείνη τη στιγμή ακούστηκε παντού το γέλιο ενός παιδιού που ξέρει πως η χαρά είναι γεμάτη μέσα του. Ο άντρας φώτισε για λίγο το πρόσωπό του, η μνήμη που τον ακολουθούσε σβήστηκε για εκείνη τη στιγμή και στα μάτια του έμεινε το κορίτσι που βύθισε και πάλι το χέρι του στο νερό, το έλαμνε και γέλασε πιο δυνατά.
Και μέσα τους απλώθηκε η μακαριότητα η απύθμενη, η ατέλευτα μεγαλειώδης.
Πού τη γνωρίζει αυτήν την παραλία; Ποτέ δεν πήγαν. Μια ατέλειωτη αμμουδιά που τρέχει δίπλα στη θάλασσα. Η θάλασσα πρέπει να υπάρχει γιατί τη μυρίζει. Μονάχα τα πόδια της ακούει μέσα από την ανάσα της. Και κάποια πόδια πίσω της. Δε θέλει να γυρίσει. Δε θέλει να χαλάσει τη στιγμή ή είναι σίγουρη για το τι την ακολουθεί; Ξέρει πως είναι η κόρη της. Έχει τη μυρωδιά που έχουν τα παιδιά και την ανυπομονησία που έχουν. Ένα γέλιο ακούει και γυρνάει ψηλά και βλέπει τον χαρταετό που έχει πιάσει ένα καράβι που βρίσκεται εκεί. Πάνω του έχει ο χαρταετός ένα γέλιο και στην ουρά του τα δάχτυλα της κόρης όπως τα άφησαν οι νερομπογιές.
Μια χαρά μέσα της τη φουσκώνει και τότε αισθάνεται το νερό να κελαηδά στους αστραγάλους της. Και η φωνή…

Τέσσερις ήρωες κινούνται σε έναν οριοθετημένο χώρο με χρόνο τις ζωές τους.
Ο Αγαθοκλής ζει τη ζωή του στη γη με την κόρη και την άλλη του ζωή, την ονειρεμένη, με τη Γλαύκη.
Η κόρη, η Καλλιόπη, κινείται στενά δεμένη με τον πατέρα της και ταυτόχρονα ανεξάρτητη από αυτόν.
Η Γλαύκη, η γυναίκα, ανοίγει φτερά γνωρίζοντας τον Αγαθοκλή και μετά ζει για την κόρη μέχρι να τη δώσει στο φως.
Η Φαίδρα, η αδελφή του Αγαθοκλή, ζει μονάχα για τον αδελφό της.
Αέναες ζωές που πολλές φορές κινούνται σε έναν αδιάλειπτο ζόφο.