Συνοπτική περίληψη του βιβλίου:
Ο Όλιβερ Μαρκς πέρασε δέκα χρόνια στη φυλακή για έναν φόνο που ίσως διέπραξε, ίσως και όχι. Όταν αποφυλακίζεται, τον υποδέχεται ο άνθρωπος που τον έστειλε πίσω από τα κάγκελα. Ο ντετέκτιβ Κόλμπορν ετοιμάζεται να συνταξιοδοτηθεί, πρώτα όμως θέλει να μάθει τι πραγματικά συνέβη πριν από μια δεκαετία.
Τότε ο Όλιβερ σπούδαζε Σαίξπηρ σε μια επίλεκτη δραματική σχολή. Είχε παρατηρήσει ότι οι συμφοιτητές του υποδύονταν τους ίδιους ρόλους τόσο πάνω στη σκηνή όσο και μακριά από αυτή – τον κακό, τον ήρωα, τη μοιραία γυναίκα. Ο ίδιος, όμως, βρισκόταν πάντα στο περιθώριο.
Όταν η διανομή αλλάζει, τα όρια ανάμεσα στο θέατρο και στην πραγματική ζωή θολώνουν επικίνδυνα. Ως τη στιγμή που η τραγωδία ξεσπά και ένας από τους εφτά φίλους βρίσκεται νεκρός.
Οι υπόλοιποι έρχονται αντιμέτωποι με τη μεγαλύτερη ερμηνευτική πρόκληση της ζωής τους: να πείσουν την αστυνομία, και κυρίως τον ίδιο τον εαυτό τους ότι είναι αθώοι.
Προσωπική άποψη:
Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που χωρίζει την πραγματικότητα από τη μυθοπλασία, τον άνθρωπο από τον ρόλο που υποδύεται και την αλήθεια από εκείνη που επιλέγει να παρουσιάσει στους άλλους, αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό. Κι όταν αυτή η γραμμή αρχίζει να ξεθωριάζει, η ζωή μπορεί να μετατραπεί στην πιο σκοτεινή τραγωδία. Αυτή ακριβώς την ιδέα επιχειρεί να εξερευνήσει η M.L. Rio στο «Αν ήμασταν οι κακοί», ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει τη σαιξπηρική δραματουργία με την ψυχολογική ένταση, τις περίπλοκες ανθρώπινες σχέσεις κι ένα μυστήριο που γεννιέται μέσα από τη ζήλια, τον ανταγωνισμό, την εμμονή και την αγάπη. Ένα βιβλίο εξαιρετικά καλογραμμένο, με αναμφισβήτητες λογοτεχνικές αρετές και μια ιδιαίτερα γοητευτική κεντρική ιδέα, που, ωστόσο, παρά τις υψηλές φιλοδοξίες του, δεν καταφέρνει πάντοτε ν' ανταποκριθεί στις προσδοκίες που το ίδιο δημιουργεί.
Ο Όλιβερ Μαρκς αποφυλακίζεται έπειτα από δέκα χρόνια εγκλεισμού για έναν φόνο που μπορεί να διέπραξε, μπορεί και όχι. Εκείνος που τον περιμένει είναι ο ντετέκτιβ Κόλμπορν, ο άνθρωπος που τον οδήγησε στη φυλακή και που, λίγο πριν από τη συνταξιοδότησή του, επιθυμεί να μάθει τι πραγματικά συνέβη. Έτσι, ο Όλιβερ επιστρέφει νοερά στα φοιτητικά του χρόνια, όταν ο ίδιος κι έξι ακόμα νέοι σπούδαζαν υποκριτική σε μια επίλεκτη δραματική σχολή, αφιερώνοντας σχεδόν ολοκληρωτικά τη ζωή τους στο έργο του Σαίξπηρ. Επτά φίλοι, επτά διαφορετικές προσωπικότητες, επτά άνθρωποι που είχαν μάθει να υπάρχουν μέσα απ' τους ρόλους τους, μέχρι τη στιγμή που οι ισορροπίες ανατρέπονται και το παιχνίδι της εξουσίας, της επιθυμίας και του ανταγωνισμού αποκτά πραγματικές, ολέθριες συνέπειες.
Η Rio επιλέγει ν' αφηγηθεί την ιστορία της ακολουθώντας τη δομή ενός θεατρικού έργου, χωρίζοντάς την σε πέντε πράξεις, ενώ παράλληλα μεταφέρει τα σαιξπηρικά αρχέτυπα στην καθημερινότητα των ηρώων της. Ως σύλληψη, πρόκειται για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσέγγιση, η οποία, όμως, δεν αξιοποιείται πάντοτε με την απαραίτητη αφηγηματική λεπτότητα. Οι χαρακτήρες είναι σχεδόν στο σύνολό τους στερεοτυπικοί, κάτι που εξυπηρετεί μεν τη θεματική του έργου, αλλά δεν τους επιτρέπει πάντα ν' αποκτήσουν το απαιτούμενο βάθος. Στις δύο πρώτες πράξεις η συγγραφέας μοιάζει να εξερευνά ουσιαστικά τις μεταξύ τους δυναμικές, αφήνοντας να διαφανούν βαθύτερες ανασφάλειες, επιθυμίες και συγκρούσεις, όμως στην πορεία η προσπάθεια αυτή χάνει τη δυναμική της. Εξαίρεση αποτελούν ο Όλιβερ και ο Τζέιμς, κυρίως χάρη στην περίπλοκη, συναισθηματικά φορτισμένη σχέση τους, η οποία αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του μυθιστορήματος, χωρίς, δυστυχώς, να της δίνεται ο απαραίτητος χώρος ώστε ν' αναπτυχθεί όσο οργανικά κι ουσιαστικά θα της άξιζε.
Ένα απ' τα μεγαλύτερα προτερήματα του βιβλίου είναι αναμφίβολα η γραφή του. Η Rio διαθέτει αξιοσημείωτη ικανότητα να δημιουργεί ατμόσφαιρα, να μεταφέρει τη θεατρικότητα των σκηνών της στο χαρτί και να προσδίδει στο κείμενό της μια λογοτεχνική ποιότητα που το διαφοροποιεί από ένα συμβατικό μυθιστόρημα μυστηρίου. Ωστόσο, η διαρκής επίκληση του Σαίξπηρ, μέσα από ατάκες, αποσπάσματα και στιχομυθίες, ενώ αρχικά ενισχύει την ατμόσφαιρα και λειτουργεί ως ενδιαφέρον μέσο παραλληλισμού ανάμεσα στη σκηνή και στη ζωή, σταδιακά αποκτά έναν επιτηδευμένο και κουραστικό χαρακτήρα. Επιπλέον, η συγγραφέας επιλέγει να κινηθεί κυρίως γύρω από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του, περιορίζοντας την αίσθηση μιας βαθύτερης εξερεύνησης του σαιξπηρικού σύμπαντος. Αντίστοιχο πρόβλημα παρουσιάζει και ο ρυθμός της αφήγησης, με την πρώτη πράξη να λειτουργεί ως μια εξαιρετικά καλοδουλεμένη εισαγωγή, τη δεύτερη να αποτελεί την κορυφαία στιγμή του βιβλίου, αλλά την τρίτη και την τέταρτη να χαρακτηρίζονται από μια φλυαρία που αποδυναμώνει την ένταση και θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί με μια πιο σφιχτοδεμένη αφηγηματική προσέγγιση.
Παράλληλα, αν κάποιος προσεγγίσει το «Αν ήμασταν οι κακοί» περιμένοντας ένα αμιγώς αστυνομικό θρίλερ, ενδέχεται ν' απογοητευτεί. Στην πραγματικότητα, πρόκειται περισσότερο για ένα κοινωνικό και ψυχολογικό δράμα με στοιχεία μυστηρίου, παρά για μια ιστορία που στηρίζεται στην αγωνία της αποκάλυψης του ενόχου. Η βασική αλήθεια γύρω απ' τον θάνατο που συγκλονίζει την παρέα δεν είναι τόσο δύσκολο να προβλεφθεί, όμως η πραγματική δύναμη του μυθιστορήματος βρίσκεται λιγότερο στο ποιος έκανε τι και περισσότερο στο γιατί. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η εξερεύνηση της τοξικότητας, της κακοποιητικής συμπεριφοράς και της ηθικής ευθύνης, με τη συγγραφέα να θέτει ερωτήματα γύρω απ' τα όρια της αθωότητας, τη συνενοχή μέσω της αδράνειας και τις θυσίες που είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε για εκείνους που αγαπάμε. Γιατί, τελικά, η φιλία μπορεί να μετατραπεί σε συνενοχή, ο έρωτας σε αυτοθυσία και η ανάγκη του ανήκειν σε μια δύναμη ικανή να διαστρεβλώσει ακόμα και την ίδια μας την κρίση.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο φινάλε, εκεί όπου η συγγραφέας καταφέρνει ν' ανακτήσει μεγάλο μέρος από τη μαγεία που είχε χαθεί στην πορεία. Παρά την προβλεψιμότητα ορισμένων εξελίξεων, οι τελευταίες αποκαλύψεις επιφυλάσσουν δύο ουσιαστικές ανατροπές που επαναπροσδιορίζουν όσα θεωρούσαμε δεδομένα, οδηγώντας σ' ένα τέλος βαθιά ανθρώπινο, συγκινητικό και πικρό. Το «Αν ήμασταν οι κακοί» είναι, τελικά, ένα μυθιστόρημα αντιφάσεων. Διαθέτει εξαιρετική γραφή, ατμόσφαιρα, μια ευφυή αρχική σύλληψη και ορισμένες πραγματικά δυνατές στιγμές, αλλά ταυτόχρονα εγκλωβίζεται στην ίδια του τη θεατρικότητα, επαναλαμβάνεται περισσότερο απ' όσο χρειάζεται και δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητες των χαρακτήρων και των σχέσεών τους. Είναι μια ιστορία που ξεκινά με την υπόσχεση μιας σπουδαίας τραγωδίας, χάνει μέρος της έντασής της στην πορεία, αλλά επιστρέφει δυναμικά στο τέλος, αφήνοντάς μας με ένα ερώτημα: όταν η αυλαία πέφτει και οι ρόλοι τελειώνουν, ποιος μπορεί πραγματικά να ισχυριστεί πως υπήρξε αθώος;
Βαθμολογία 7,5/10
Ταυτότητα βιβλίου:
Συγγραφέας: M.L. Rio
Μεταφραστής: Μπαρουξής Γιώργος
Εκδόσεις: Ψυχογιός
Κατηγορία: Ξένη Λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2026
Αρ. σελίδων: 464
ISBN: 978-618-01-6708-5
Ο Όλιβερ Μαρκς πέρασε δέκα χρόνια στη φυλακή για έναν φόνο που ίσως διέπραξε, ίσως και όχι. Όταν αποφυλακίζεται, τον υποδέχεται ο άνθρωπος που τον έστειλε πίσω από τα κάγκελα. Ο ντετέκτιβ Κόλμπορν ετοιμάζεται να συνταξιοδοτηθεί, πρώτα όμως θέλει να μάθει τι πραγματικά συνέβη πριν από μια δεκαετία.
Τότε ο Όλιβερ σπούδαζε Σαίξπηρ σε μια επίλεκτη δραματική σχολή. Είχε παρατηρήσει ότι οι συμφοιτητές του υποδύονταν τους ίδιους ρόλους τόσο πάνω στη σκηνή όσο και μακριά από αυτή – τον κακό, τον ήρωα, τη μοιραία γυναίκα. Ο ίδιος, όμως, βρισκόταν πάντα στο περιθώριο.
Όταν η διανομή αλλάζει, τα όρια ανάμεσα στο θέατρο και στην πραγματική ζωή θολώνουν επικίνδυνα. Ως τη στιγμή που η τραγωδία ξεσπά και ένας από τους εφτά φίλους βρίσκεται νεκρός.
Οι υπόλοιποι έρχονται αντιμέτωποι με τη μεγαλύτερη ερμηνευτική πρόκληση της ζωής τους: να πείσουν την αστυνομία, και κυρίως τον ίδιο τον εαυτό τους ότι είναι αθώοι.
Προσωπική άποψη:
Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που χωρίζει την πραγματικότητα από τη μυθοπλασία, τον άνθρωπο από τον ρόλο που υποδύεται και την αλήθεια από εκείνη που επιλέγει να παρουσιάσει στους άλλους, αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό. Κι όταν αυτή η γραμμή αρχίζει να ξεθωριάζει, η ζωή μπορεί να μετατραπεί στην πιο σκοτεινή τραγωδία. Αυτή ακριβώς την ιδέα επιχειρεί να εξερευνήσει η M.L. Rio στο «Αν ήμασταν οι κακοί», ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει τη σαιξπηρική δραματουργία με την ψυχολογική ένταση, τις περίπλοκες ανθρώπινες σχέσεις κι ένα μυστήριο που γεννιέται μέσα από τη ζήλια, τον ανταγωνισμό, την εμμονή και την αγάπη. Ένα βιβλίο εξαιρετικά καλογραμμένο, με αναμφισβήτητες λογοτεχνικές αρετές και μια ιδιαίτερα γοητευτική κεντρική ιδέα, που, ωστόσο, παρά τις υψηλές φιλοδοξίες του, δεν καταφέρνει πάντοτε ν' ανταποκριθεί στις προσδοκίες που το ίδιο δημιουργεί.
Ο Όλιβερ Μαρκς αποφυλακίζεται έπειτα από δέκα χρόνια εγκλεισμού για έναν φόνο που μπορεί να διέπραξε, μπορεί και όχι. Εκείνος που τον περιμένει είναι ο ντετέκτιβ Κόλμπορν, ο άνθρωπος που τον οδήγησε στη φυλακή και που, λίγο πριν από τη συνταξιοδότησή του, επιθυμεί να μάθει τι πραγματικά συνέβη. Έτσι, ο Όλιβερ επιστρέφει νοερά στα φοιτητικά του χρόνια, όταν ο ίδιος κι έξι ακόμα νέοι σπούδαζαν υποκριτική σε μια επίλεκτη δραματική σχολή, αφιερώνοντας σχεδόν ολοκληρωτικά τη ζωή τους στο έργο του Σαίξπηρ. Επτά φίλοι, επτά διαφορετικές προσωπικότητες, επτά άνθρωποι που είχαν μάθει να υπάρχουν μέσα απ' τους ρόλους τους, μέχρι τη στιγμή που οι ισορροπίες ανατρέπονται και το παιχνίδι της εξουσίας, της επιθυμίας και του ανταγωνισμού αποκτά πραγματικές, ολέθριες συνέπειες.
Η Rio επιλέγει ν' αφηγηθεί την ιστορία της ακολουθώντας τη δομή ενός θεατρικού έργου, χωρίζοντάς την σε πέντε πράξεις, ενώ παράλληλα μεταφέρει τα σαιξπηρικά αρχέτυπα στην καθημερινότητα των ηρώων της. Ως σύλληψη, πρόκειται για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσέγγιση, η οποία, όμως, δεν αξιοποιείται πάντοτε με την απαραίτητη αφηγηματική λεπτότητα. Οι χαρακτήρες είναι σχεδόν στο σύνολό τους στερεοτυπικοί, κάτι που εξυπηρετεί μεν τη θεματική του έργου, αλλά δεν τους επιτρέπει πάντα ν' αποκτήσουν το απαιτούμενο βάθος. Στις δύο πρώτες πράξεις η συγγραφέας μοιάζει να εξερευνά ουσιαστικά τις μεταξύ τους δυναμικές, αφήνοντας να διαφανούν βαθύτερες ανασφάλειες, επιθυμίες και συγκρούσεις, όμως στην πορεία η προσπάθεια αυτή χάνει τη δυναμική της. Εξαίρεση αποτελούν ο Όλιβερ και ο Τζέιμς, κυρίως χάρη στην περίπλοκη, συναισθηματικά φορτισμένη σχέση τους, η οποία αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του μυθιστορήματος, χωρίς, δυστυχώς, να της δίνεται ο απαραίτητος χώρος ώστε ν' αναπτυχθεί όσο οργανικά κι ουσιαστικά θα της άξιζε.
Ένα απ' τα μεγαλύτερα προτερήματα του βιβλίου είναι αναμφίβολα η γραφή του. Η Rio διαθέτει αξιοσημείωτη ικανότητα να δημιουργεί ατμόσφαιρα, να μεταφέρει τη θεατρικότητα των σκηνών της στο χαρτί και να προσδίδει στο κείμενό της μια λογοτεχνική ποιότητα που το διαφοροποιεί από ένα συμβατικό μυθιστόρημα μυστηρίου. Ωστόσο, η διαρκής επίκληση του Σαίξπηρ, μέσα από ατάκες, αποσπάσματα και στιχομυθίες, ενώ αρχικά ενισχύει την ατμόσφαιρα και λειτουργεί ως ενδιαφέρον μέσο παραλληλισμού ανάμεσα στη σκηνή και στη ζωή, σταδιακά αποκτά έναν επιτηδευμένο και κουραστικό χαρακτήρα. Επιπλέον, η συγγραφέας επιλέγει να κινηθεί κυρίως γύρω από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του, περιορίζοντας την αίσθηση μιας βαθύτερης εξερεύνησης του σαιξπηρικού σύμπαντος. Αντίστοιχο πρόβλημα παρουσιάζει και ο ρυθμός της αφήγησης, με την πρώτη πράξη να λειτουργεί ως μια εξαιρετικά καλοδουλεμένη εισαγωγή, τη δεύτερη να αποτελεί την κορυφαία στιγμή του βιβλίου, αλλά την τρίτη και την τέταρτη να χαρακτηρίζονται από μια φλυαρία που αποδυναμώνει την ένταση και θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί με μια πιο σφιχτοδεμένη αφηγηματική προσέγγιση.
Παράλληλα, αν κάποιος προσεγγίσει το «Αν ήμασταν οι κακοί» περιμένοντας ένα αμιγώς αστυνομικό θρίλερ, ενδέχεται ν' απογοητευτεί. Στην πραγματικότητα, πρόκειται περισσότερο για ένα κοινωνικό και ψυχολογικό δράμα με στοιχεία μυστηρίου, παρά για μια ιστορία που στηρίζεται στην αγωνία της αποκάλυψης του ενόχου. Η βασική αλήθεια γύρω απ' τον θάνατο που συγκλονίζει την παρέα δεν είναι τόσο δύσκολο να προβλεφθεί, όμως η πραγματική δύναμη του μυθιστορήματος βρίσκεται λιγότερο στο ποιος έκανε τι και περισσότερο στο γιατί. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η εξερεύνηση της τοξικότητας, της κακοποιητικής συμπεριφοράς και της ηθικής ευθύνης, με τη συγγραφέα να θέτει ερωτήματα γύρω απ' τα όρια της αθωότητας, τη συνενοχή μέσω της αδράνειας και τις θυσίες που είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε για εκείνους που αγαπάμε. Γιατί, τελικά, η φιλία μπορεί να μετατραπεί σε συνενοχή, ο έρωτας σε αυτοθυσία και η ανάγκη του ανήκειν σε μια δύναμη ικανή να διαστρεβλώσει ακόμα και την ίδια μας την κρίση.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο φινάλε, εκεί όπου η συγγραφέας καταφέρνει ν' ανακτήσει μεγάλο μέρος από τη μαγεία που είχε χαθεί στην πορεία. Παρά την προβλεψιμότητα ορισμένων εξελίξεων, οι τελευταίες αποκαλύψεις επιφυλάσσουν δύο ουσιαστικές ανατροπές που επαναπροσδιορίζουν όσα θεωρούσαμε δεδομένα, οδηγώντας σ' ένα τέλος βαθιά ανθρώπινο, συγκινητικό και πικρό. Το «Αν ήμασταν οι κακοί» είναι, τελικά, ένα μυθιστόρημα αντιφάσεων. Διαθέτει εξαιρετική γραφή, ατμόσφαιρα, μια ευφυή αρχική σύλληψη και ορισμένες πραγματικά δυνατές στιγμές, αλλά ταυτόχρονα εγκλωβίζεται στην ίδια του τη θεατρικότητα, επαναλαμβάνεται περισσότερο απ' όσο χρειάζεται και δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητες των χαρακτήρων και των σχέσεών τους. Είναι μια ιστορία που ξεκινά με την υπόσχεση μιας σπουδαίας τραγωδίας, χάνει μέρος της έντασής της στην πορεία, αλλά επιστρέφει δυναμικά στο τέλος, αφήνοντάς μας με ένα ερώτημα: όταν η αυλαία πέφτει και οι ρόλοι τελειώνουν, ποιος μπορεί πραγματικά να ισχυριστεί πως υπήρξε αθώος;
Βαθμολογία 7,5/10
Ταυτότητα βιβλίου:
Συγγραφέας: M.L. Rio
Μεταφραστής: Μπαρουξής Γιώργος
Εκδόσεις: Ψυχογιός
Κατηγορία: Ξένη Λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2026
Αρ. σελίδων: 464
ISBN: 978-618-01-6708-5



0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου