Συνοπτική περίληψη του βιβλίου:
Για να αποκοιμηθεί, ξαναγράφει το τέλος των παραμυθιών. Μόνο που στα δικά του παραμύθια κανείς δεν ζει καλύτερα μετά την τελευταία γραμμή.
Ένας κατ’ εξακολούθηση δολοφόνος που γράφει τις ιστορίες όχι με μελάνι, αλλά με αίμα. Τα μόνα που αφήνει πίσω του είναι μια σκισμένη σελίδα και ένα κόκκινο αντικείμενο.
Ο αστυνόμος Πετρίδης και η ομάδα του κυνηγούν τον παραμυθά μέσα σε έναν λαβύρινθο συμβόλων και σκιών. Κάθε στοιχείο τούς φέρνει πιο κοντά… ή μήπως όχι; Ο χρόνος πριν από τον επόμενο φόνο τελειώνει.
«Έγραψα το παραμύθι μου έτσι όπως μόνο εγώ ξέρω. Με το σωστό τέλος. Εκεί που ο καθένας παίρνει ό,τι του αξίζει…» Αν η παντοδυναμία είχε γεύση, εκείνος έφαγε με λαχτάρα μέχρι την τελευταία μπουκιά.
Προσωπική άποψη:
Τα παραμύθια μάς έμαθαν από παιδιά πως, όσο σκοτεινά κι αν γίνουν τα πράγματα, στο τέλος υπάρχει πάντα μια μορφή δικαιοσύνης. Ο κακός τιμωρείται, ο καλός ανταμείβεται και οι ήρωες προχωρούν προς εκείνο το πολυπόθητο «και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Η Έλενα Μπολονάση παίρνει αυτή την ασφάλεια που κουβαλούν μέσα τους οι γνώριμες ιστορίες της παιδικής μας ηλικίας και την ανατρέπει μ’ έναν αρκετά μακάβριο τρόπο. Στο «Μια φορά κι ένας φόνος» τα παραμύθια δεν οδηγούν σ’ ένα ευτυχισμένο τέλος, αλλά σε εγκλήματα, και ο άνθρωπος που τα ξαναγράφει αποφασίζει ο ίδιος ποιος πρέπει να τιμωρηθεί και ποιο θα είναι το τέλος της ιστορίας του.
Ένας κατά συρροή δολοφόνος έχει βρει τον δικό του τρόπο ν’ αφηγείται ιστορίες. Δεν χρησιμοποιεί μελάνι, αλλά αίμα, και κάθε φόνος μοιάζει ν’ αποτελεί τη δική του εκδοχή ενός γνωστού παραμυθιού. Στον τόπο του εγκλήματος αφήνει πίσω του μια σκισμένη σελίδα κι ένα κόκκινο αντικείμενο, στοιχεία που λειτουργούν ως κομμάτια ενός μεγαλύτερου παζλ. Ο αστυνόμος Πετρίδης και η ομάδα του αναλαμβάνουν να τον εντοπίσουν, προσπαθώντας ν’ αποκωδικοποιήσουν τα σύμβολα και να καταλάβουν όχι μόνο ποιο θα είναι το επόμενο θύμα, αλλά και τι συνδέει τους ανθρώπους που έχουν ήδη χάσει τη ζωή τους.
Η συγγραφέας χρησιμοποιεί την ιδέα των παραμυθιών μ’ έναν πολύ ιδιαίτερο κι ενδιαφέροντα τρόπο. Δεν αποτελούν απλώς ένα ευφάνταστο μοτίβο για να διαφοροποιήσει τα εγκλήματα μεταξύ τους. Ο δολοφόνος έχει δημιουργήσει τη δική του διεστραμμένη αντίληψη περί δικαιοσύνης και θεωρεί πως δεν αφαιρεί απλώς ζωές, αλλά πως αποδίδει στους ανθρώπους ακριβώς αυτό που τους αξίζει. Έτσι, η έρευνα του Πετρίδη αποκτά ένα δεύτερο επίπεδο, με την αστυνομία να μην καλείται μόνο για να βρει έναν δολοφόνο, αλλά να καταλάβει τη λογική με την οποία εκείνος επιλέγει τα θύματά του. Κι όσο περισσότερο προχωρά η υπόθεση, τόσο πιο έντονα τίθεται το ερώτημα αν η τιμωρία μπορεί ποτέ να δικαιολογήσει την αυτοδικία.
Ο Πετρίδης είναι ένας ήρωας που λειτουργεί περισσότερο μέσα απ’ την ίδια την έρευνα παρά μέσα από κάποια προσπάθεια να παρουσιαστεί ως αλάνθαστος αστυνομικός. Μαζί με την ομάδα του ακολουθεί τα ίχνη ενός ανθρώπου που μοιάζει να έχει σχεδιάσει τα πάντα με τρόπο ώστε να τους κρατά διαρκώς ένα βήμα πίσω. Αυτή η αίσθηση κυνηγητού είναι άκρως απολαυστική, δεδομένου ότι τα στοιχεία δεν δίνονται απλώς για να οδηγήσουν μηχανικά από τον έναν φόνο στον επόμενο, αλλά κάθε νέο εύρημα δημιουργεί καινούριες απορίες, ενώ η επανάληψη του μοτίβου κάνει τον χρόνο ακόμη πιο πιεστικό, αφού γνωρίζουμε πως θα υπάρξει επόμενο θύμα, απλά δεν ξέρουμε ποιο θα είναι.
Η συγγραφέας γράφει με τρόπο άμεσο και κινηματογραφικό, δίνοντας αρκετή έμφαση στις σκηνές των εγκλημάτων και στην ατμόσφαιρα που τις περιβάλλει. Οι αναφορές στα γνωστά παραμύθια λειτουργούν αποτελεσματικά ακριβώς επειδή όλοι γνωρίζουμε τις αρχικές τους ιστορίες και μπορούμε ν’ αντιληφθούμε πόσο διαφορετική είναι η εκδοχή που επιλέγει ο δολοφόνος. Ταυτόχρονα, η αφήγηση κρατά έναν καλό ρυθμό και δεν επιτρέπει στην έρευνα να βαλτώσει, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό σ’ ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με τόσο συγκεκριμένο κεντρικό εύρημα. Σε ορισμένα σημεία, βέβαια, η επιμονή στα σύμβολα και στην αποκωδικοποίησή τους γίνεται λίγο πιο έντονη απ' όσο ίσως να χρειαζόταν, όμως συνολικά η ιδέα υπηρετείται με συνέπεια.
Εκεί που θεωρώ πως το βιβλίο αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι στη διαστρεβλωμένη αντίληψη του δολοφόνου σχετικά με το καλό και το κακό. Έχει τοποθετήσει τον εαυτό του στη θέση του παντοδύναμου αφηγητή, εκείνου που γράφει την ιστορία κι αποφασίζει ποιος θα σωθεί και ποιος θα τιμωρηθεί., και ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο τρομακτική πλευρά του χαρακτήρα του. Δεν είναι μόνο η βία που ασκεί, αλλά η απόλυτη βεβαιότητά του ότι έχει το απόλυτο κι αναφαίρετο δικαίωμα ν’ αποφασίζει για τις ζωές των άλλων. Η ανάγκη του να επιβάλει το «σωστό τέλος» μετατρέπει τα παραμύθια σε μια νοσηρή προσωπική μυθολογία, μέσα στην οποία ο ίδιος δεν βλέπει τον εαυτό του ως τέρας αλλά ως δικαστή.
Το «Μια φορά κι ένας φόνος» είναι ένα σκοτεινό κι αρκετά ευρηματικό αστυνομικό μυθιστόρημα, που αξιοποιεί ένα γνώριμο κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης για να χτίσει μια ιστορία εγκλημάτων, συμβόλων και προσωπικής δικαιοσύνης. Μπορεί η βασική ιδέα να τραβά εξαρχής την προσοχή, όμως αυτό που κρατά τελικά το ενδιαφέρον είναι η προσπάθεια να καταλάβουμε τη λογική πίσω απ’ τα εγκλήματα και να δούμε μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος όταν πείσει τον εαυτό του πως έχει το δικαίωμα να γράψει ο ίδιος το τέλος των άλλων. Γιατί στα παραμύθια κάποτε «ζούσαν αυτοί καλά». Στα παραμύθια της Έλενας Μπολονάση, όμως, κάποιος έχει αποφασίσει πως δεν το αξίζουν όλοι.
Βαθμολογία 9,5/10
Ταυτότητα βιβλίου:
Συγγραφέας: Μπολονάση Έλενα
Εκδόσεις: Μίνωας
Κατηγορία: Ελληνική Λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2026
Αρ. σελίδων: 336
ISBN: 978-618-02-6014-4
Για να αποκοιμηθεί, ξαναγράφει το τέλος των παραμυθιών. Μόνο που στα δικά του παραμύθια κανείς δεν ζει καλύτερα μετά την τελευταία γραμμή.
Ένας κατ’ εξακολούθηση δολοφόνος που γράφει τις ιστορίες όχι με μελάνι, αλλά με αίμα. Τα μόνα που αφήνει πίσω του είναι μια σκισμένη σελίδα και ένα κόκκινο αντικείμενο.
Ο αστυνόμος Πετρίδης και η ομάδα του κυνηγούν τον παραμυθά μέσα σε έναν λαβύρινθο συμβόλων και σκιών. Κάθε στοιχείο τούς φέρνει πιο κοντά… ή μήπως όχι; Ο χρόνος πριν από τον επόμενο φόνο τελειώνει.
«Έγραψα το παραμύθι μου έτσι όπως μόνο εγώ ξέρω. Με το σωστό τέλος. Εκεί που ο καθένας παίρνει ό,τι του αξίζει…» Αν η παντοδυναμία είχε γεύση, εκείνος έφαγε με λαχτάρα μέχρι την τελευταία μπουκιά.
Προσωπική άποψη:
Τα παραμύθια μάς έμαθαν από παιδιά πως, όσο σκοτεινά κι αν γίνουν τα πράγματα, στο τέλος υπάρχει πάντα μια μορφή δικαιοσύνης. Ο κακός τιμωρείται, ο καλός ανταμείβεται και οι ήρωες προχωρούν προς εκείνο το πολυπόθητο «και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Η Έλενα Μπολονάση παίρνει αυτή την ασφάλεια που κουβαλούν μέσα τους οι γνώριμες ιστορίες της παιδικής μας ηλικίας και την ανατρέπει μ’ έναν αρκετά μακάβριο τρόπο. Στο «Μια φορά κι ένας φόνος» τα παραμύθια δεν οδηγούν σ’ ένα ευτυχισμένο τέλος, αλλά σε εγκλήματα, και ο άνθρωπος που τα ξαναγράφει αποφασίζει ο ίδιος ποιος πρέπει να τιμωρηθεί και ποιο θα είναι το τέλος της ιστορίας του.
Ένας κατά συρροή δολοφόνος έχει βρει τον δικό του τρόπο ν’ αφηγείται ιστορίες. Δεν χρησιμοποιεί μελάνι, αλλά αίμα, και κάθε φόνος μοιάζει ν’ αποτελεί τη δική του εκδοχή ενός γνωστού παραμυθιού. Στον τόπο του εγκλήματος αφήνει πίσω του μια σκισμένη σελίδα κι ένα κόκκινο αντικείμενο, στοιχεία που λειτουργούν ως κομμάτια ενός μεγαλύτερου παζλ. Ο αστυνόμος Πετρίδης και η ομάδα του αναλαμβάνουν να τον εντοπίσουν, προσπαθώντας ν’ αποκωδικοποιήσουν τα σύμβολα και να καταλάβουν όχι μόνο ποιο θα είναι το επόμενο θύμα, αλλά και τι συνδέει τους ανθρώπους που έχουν ήδη χάσει τη ζωή τους.
Η συγγραφέας χρησιμοποιεί την ιδέα των παραμυθιών μ’ έναν πολύ ιδιαίτερο κι ενδιαφέροντα τρόπο. Δεν αποτελούν απλώς ένα ευφάνταστο μοτίβο για να διαφοροποιήσει τα εγκλήματα μεταξύ τους. Ο δολοφόνος έχει δημιουργήσει τη δική του διεστραμμένη αντίληψη περί δικαιοσύνης και θεωρεί πως δεν αφαιρεί απλώς ζωές, αλλά πως αποδίδει στους ανθρώπους ακριβώς αυτό που τους αξίζει. Έτσι, η έρευνα του Πετρίδη αποκτά ένα δεύτερο επίπεδο, με την αστυνομία να μην καλείται μόνο για να βρει έναν δολοφόνο, αλλά να καταλάβει τη λογική με την οποία εκείνος επιλέγει τα θύματά του. Κι όσο περισσότερο προχωρά η υπόθεση, τόσο πιο έντονα τίθεται το ερώτημα αν η τιμωρία μπορεί ποτέ να δικαιολογήσει την αυτοδικία.
Ο Πετρίδης είναι ένας ήρωας που λειτουργεί περισσότερο μέσα απ’ την ίδια την έρευνα παρά μέσα από κάποια προσπάθεια να παρουσιαστεί ως αλάνθαστος αστυνομικός. Μαζί με την ομάδα του ακολουθεί τα ίχνη ενός ανθρώπου που μοιάζει να έχει σχεδιάσει τα πάντα με τρόπο ώστε να τους κρατά διαρκώς ένα βήμα πίσω. Αυτή η αίσθηση κυνηγητού είναι άκρως απολαυστική, δεδομένου ότι τα στοιχεία δεν δίνονται απλώς για να οδηγήσουν μηχανικά από τον έναν φόνο στον επόμενο, αλλά κάθε νέο εύρημα δημιουργεί καινούριες απορίες, ενώ η επανάληψη του μοτίβου κάνει τον χρόνο ακόμη πιο πιεστικό, αφού γνωρίζουμε πως θα υπάρξει επόμενο θύμα, απλά δεν ξέρουμε ποιο θα είναι.
Η συγγραφέας γράφει με τρόπο άμεσο και κινηματογραφικό, δίνοντας αρκετή έμφαση στις σκηνές των εγκλημάτων και στην ατμόσφαιρα που τις περιβάλλει. Οι αναφορές στα γνωστά παραμύθια λειτουργούν αποτελεσματικά ακριβώς επειδή όλοι γνωρίζουμε τις αρχικές τους ιστορίες και μπορούμε ν’ αντιληφθούμε πόσο διαφορετική είναι η εκδοχή που επιλέγει ο δολοφόνος. Ταυτόχρονα, η αφήγηση κρατά έναν καλό ρυθμό και δεν επιτρέπει στην έρευνα να βαλτώσει, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό σ’ ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με τόσο συγκεκριμένο κεντρικό εύρημα. Σε ορισμένα σημεία, βέβαια, η επιμονή στα σύμβολα και στην αποκωδικοποίησή τους γίνεται λίγο πιο έντονη απ' όσο ίσως να χρειαζόταν, όμως συνολικά η ιδέα υπηρετείται με συνέπεια.
Εκεί που θεωρώ πως το βιβλίο αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι στη διαστρεβλωμένη αντίληψη του δολοφόνου σχετικά με το καλό και το κακό. Έχει τοποθετήσει τον εαυτό του στη θέση του παντοδύναμου αφηγητή, εκείνου που γράφει την ιστορία κι αποφασίζει ποιος θα σωθεί και ποιος θα τιμωρηθεί., και ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο τρομακτική πλευρά του χαρακτήρα του. Δεν είναι μόνο η βία που ασκεί, αλλά η απόλυτη βεβαιότητά του ότι έχει το απόλυτο κι αναφαίρετο δικαίωμα ν’ αποφασίζει για τις ζωές των άλλων. Η ανάγκη του να επιβάλει το «σωστό τέλος» μετατρέπει τα παραμύθια σε μια νοσηρή προσωπική μυθολογία, μέσα στην οποία ο ίδιος δεν βλέπει τον εαυτό του ως τέρας αλλά ως δικαστή.
Το «Μια φορά κι ένας φόνος» είναι ένα σκοτεινό κι αρκετά ευρηματικό αστυνομικό μυθιστόρημα, που αξιοποιεί ένα γνώριμο κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης για να χτίσει μια ιστορία εγκλημάτων, συμβόλων και προσωπικής δικαιοσύνης. Μπορεί η βασική ιδέα να τραβά εξαρχής την προσοχή, όμως αυτό που κρατά τελικά το ενδιαφέρον είναι η προσπάθεια να καταλάβουμε τη λογική πίσω απ’ τα εγκλήματα και να δούμε μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος όταν πείσει τον εαυτό του πως έχει το δικαίωμα να γράψει ο ίδιος το τέλος των άλλων. Γιατί στα παραμύθια κάποτε «ζούσαν αυτοί καλά». Στα παραμύθια της Έλενας Μπολονάση, όμως, κάποιος έχει αποφασίσει πως δεν το αξίζουν όλοι.
Βαθμολογία 9,5/10
Ταυτότητα βιβλίου:
Συγγραφέας: Μπολονάση Έλενα
Εκδόσεις: Μίνωας
Κατηγορία: Ελληνική Λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2026
Αρ. σελίδων: 336
ISBN: 978-618-02-6014-4



0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου