Συνοπτική περίληψη του βιβλίου:

«ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΑΡΩ ΕΓΩ!»
Αυτά είναι τα αυθόρμητα λόγια μου στην κοινωνική λειτουργό, όταν ο πεντάχρονος μαθητής μου, ο Λίαμ, και ο μικρός του αδερφός χρειάζονται επειγόντως ανάδοχη φροντίδα. Θα κάνω τα πάντα για να μείνουν μαζί. Το διαμέρισμά μου, όμως, έχει πλημμυρίσει, και μόνο ένα μέρος μπορώ να σκεφτώ… το δικό του.
Ο Νοξ Ντάνιελς, ο κολλητός του αδερφού μου, προσφέρεται αμέσως να μας φιλοξενήσει. Θα επιστρέψει στην πόλη σε έναν μήνα, μαζί με τους υπόλοιπους πυροσβέστες, για την επανασύσταση της επίλεκτης ομάδας των πατεράδων μας.
Δεν έχει σημασία που είμαι κρυφά ερωτευμένη με τον Νοξ από τότε που ήμασταν παιδιά· που τα αισθήματά μου για εκείνον ίσως καταστρέψουν μια φιλία ζωής. Ούτε κι εκείνο το απερίσκεπτο φιλί τη βραδιά του χορού αποφοίτησης, που προσποιούμαστε πως δεν συνέβη ποτέ, έχει σημασία… Γιατί θα έχω φύγει από το σπίτι του πολύ πριν επιστρέψει.
Μόνο που μπροστά στην πόρτα στέκεται ο Νοξ – έναν μήνα νωρίτερα. Πανέμορφος όπως πάντα, κι εγώ γεμάτη λεκέδες από το μωρό. Ρίχνει μια ματιά στα αγόρια και μου λέει πως μπορούμε να τα καταφέρουμε· να υποκριθούμε, για λίγο, ότι είμαστε ζευγάρι ώστε η υπηρεσία να μη χωρίσει τα αδέρφια.
Κι έτσι, ξαφνικά, όλα αποκτούν νόημα…

Προσωπική άποψη:
Η τριλογία «Legacy» της Rebecca Yarros ολοκληρώνεται με το «Ένας λόγος να πιστεύω», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μίνωας και το οποίο αποτελεί, αναμφίβολα, το καλύτερο και πιο ολοκληρωμένο βιβλίο της σειράς, μα πάνω απ’ όλα, το πιο τρυφερό και συγκινητικό ανάμεσά τους. Δεν έχουμε να κάνουμε απλά με μια ρομαντική ιστορία -το ρομάντζο λειτουργεί περισσότερο ως όχημα παρά ως προορισμός-, αλλά με μια ιστορία στον πυρήνα της οποίας βρίσκεται η έννοια της ευθύνης που επιλέγεις να αναλάβεις ακόμη κι όταν δεν σου αναλογεί.

Η Χάρπερ, δασκάλα στο επάγγελμα, παίρνει μια αυθόρμητη αλλά καθοριστική απόφαση: να γίνει ανάδοχη μητέρα του μαθητή της, Λίαμ, και του μικρότερου αδερφού του, μετά τον θάνατο της μητέρας τους, προκειμένου να μην χωριστούν. Όταν όμως το σπίτι της πλημμυρίζει, η μόνη λύση είναι το σπίτι του Νοξ -του παιδικού της έρωτα και κολλητού φίλου του αδερφού της, ο οποίος βρίσκεται εκτός πόλης. Ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζε, αφού εκείνος επέστρεψε έναν μήνα νωρίτερα, κάνοντάς της μια πρόταση που δεν περίμενε και που θ’ αλλάξει τη ζωή της για πάντα: να προσποιηθούν το ζευγάρι, ώστε οι κοινωνικές υπηρεσίες να μην χωρίσουν τ’ αδέρφια κι εκείνη να διατηρήσει την αναδοχή τους.

Το trope της προσποιητής σχέσης χρησιμοποιείται αρκετά συχνά τα τελευταία χρόνια, σε ρομαντικά μυθιστορήματα κάθε είδους, όμως στην προκειμένη περίπτωση αυτό δεν συμβαίνει απλά και μόνο για να δοθεί ρομαντική ένταση στην αφήγηση, αλλά ως εργαλείο επίτευξης ενός ανώτερου στόχου: την προστασία των ευάλωτων μελών μιας κοινωνίας, που η ίδια δεν είναι σε θέση να τα προστατεύσει όπως πρέπει. Αυτό το στοιχείο είναι που προσδίδει στην ιστορία μεγαλύτερο βάθος και περισσότερη βαρύτητα, καθιστώντας το κάτι περισσότερο από μια ακόμα ρομαντική ιστορία, προσφέροντάς μας παράλληλα τροφή για σκέψη και προβληματισμό.

Η ανάδοχη φροντίδα αποτελεί τον άξονα της ιστορίας, η οποία δεν παρουσιάζεται διόλου επιφανειακά. Αντίθετα, η Yarros αναδεικνύει τα προβλήματα που γεννά η γραφειοκρατία, την ψυχολογική ανασφάλεια των παιδιών που βρίσκονται ξαφνικά χωρίς γονείς και με ένα αβέβαιο μέλλον, αλλά και τη λεπτή ισορροπία μεταξύ καλής πρόθεσης και επάρκειας. Τα δύο αγόρια δεν είναι απλά αφηγηματικά εργαλεία προκειμένου το ζευγάρι να έρθει πιο κοντά και να παραδεχθεί τις αλήθειες του, αλλά αυτόνομες παρουσίες, με φόβους, σιωπές και ανάγκη για σταθερότητα, σε έναν κόσμο που όλα γύρω της μοιάζουν να παραπαίουν. Είναι ο συναισθηματικός πυρήνας της ιστορίας, που αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές μας και μας συγκινεί βαθιά.

Η Yarros χρησιμοποιεί πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εστιάζοντας στον εσωτερικό κόσμο, στις σκέψεις και στα συναισθήματα της Χάρπερ, χωρίς αυτό να σημαίνει πως τα συναισθήματα του Νοξ δεν έχουν τη δική τους βαρύτητα. Εκείνη βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανατολή μιας νέας ζωής, όπου αναλαμβάνει μια ευθύνη που δεν είναι δική της, αλλά που επιλέγει να την αναλάβει, ενώ εκείνος είναι φορέας μια οικογενειακής κληρονομιάς, ενός καθήκοντος που αποτελεί δεύτερο σαρκίο του και που καθορίζει σημαντικά τις αποφάσεις του αλλά και το ποιος είναι. Την ίδια στιγμή, το παρελθόν με το παρόν τους συγκρούονται, και το μέλλον που ανοίγεται μπροστά τους τούς προσφέρει εναλλακτικές που ποτέ δεν τόλμησαν να κυνηγήσουν, ακόμα και όταν η καρδιά τους λαχταρούσε το κάτι παραπάνω απ’ αυτό που είχαν μεταξύ τους.

Το «Ένας λόγος να πιστεύω» δεν είναι απλώς μια ρομαντική ιστορία με πυροσβέστες και παιδικούς έρωτες που εκπληρώνονται στην ενήλικη ζωή. Είναι μια μελέτη πάνω στο αίσθημα της ευθύνης, στις προσωπικές επιλογές, αλλά και στη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να ανήκουμε κάπου. Η Rebecca Yarros καταφέρνει να συνδυάσει το συναίσθημα με κοινωνική ευαισθησία, χωρίς να χάνει τον ρυθμό του σύγχρονου romance. Μια ιστορία που αποδεικνύει πως ένα σπίτι, από προσωρινό καταφύγιο, μπορεί να μετατραπεί στο θεμέλιο μιας νέας ζωής, πως η οικογένεια δεν ορίζεται πάντα από το αίμα, αλλά από τη συνέπεια και της επιλογές μας, μα και πως δεν πρέπει ποτέ να λέμε «όχι» στις δεύτερες ευκαιρίες, γιατί αυτές δεν έρχονται πάντα στη ζωή μας και όταν το κάνουν, οφείλουμε να τις αξιοποιήσουμε στο έπακρο.
Βαθμολογία 9/10

Ταυτότητα βιβλίου:
Συγγραφέας: Rebecca Yarros
Μεταφραστής: Ελιασά Νοέλα
Εκδόσεις: Μίνωας
Κατηγορία: Ξένη Λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2026
Αρ. σελίδων: 496
ISBN: 978-618-02-2934-9