Αγίας Βαρβάρας 4, Κομοτηνή | Τ.: 2531-024563
Εγκαίνια έκθεσης: Σάββατο, 04 Απριλίου | Ώρα: 18:00μ.μ.
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα έως Παρασκευή, 09:00π.μ.-16:00μ.μ.
Διάρκεια έκθεσης: Σάββατο 04 έως Πέμπτη 23 Απριλίου 2026
«Μεγάλωσα ακούγοντας αφηγήσεις που έμοιαζαν με παραμύθια, αλλά κουβαλούσαν μέσα τους την αλήθεια της απώλειας. Η γιαγιά μου μιλούσε για τη Σμύρνη, για τη φυγή της όταν ήταν ακόμη παιδί, για τη μητέρα της που πήρε μαζί της το κλειδί του σπιτιού τους, πιστεύοντας πως κάποτε θα επιστρέψουν. Δεν επέστρεψαν ποτέ. Εκείνο το κλειδί, όμως, έμεινε σαν σύμβολο μνήμης και προσμονής — μια μικρή μεταλλική απόδειξη ότι η ελπίδα μπορεί να επιβιώσει ακόμη κι όταν ο τόπος χάνεται. Και η ζωγραφική, είναι ίσως ο τρόπος μου να κρατώ ζωντανό εκείνο το κλειδί — να ανοίγω, μέσα από την εικόνα, τις πόρτες που δεν άνοιξαν ποτέ ξανά.
Στο παλιό σπίτι της γιαγιάς ζούσαμε πέντε άνθρωποι σε δύο δωμάτια. Ο χώρος ήταν περιορισμένος, όμως η ζωή χωρούσε μέσα του απλόχερα. Οι φωνές, οι μυρωδιές, οι ιστορίες, οι απουσίες. Η απουσία ήταν πάντα παρούσα. Ο παππούς που έφυγε για τον πόλεμο και δεν γύρισε ποτέ. Το καβάκι της αυλής — η λεύκα που είχε φυτέψει η γιαγιά μου — που κάποτε κόπηκε, γιατί τα φύλλα του γέμιζαν την αυλή και εκείνη δεν άντεχε πια να σκουπίζει. Θυμάμαι τη θλίψη μου όταν το είδα κομμένο· σαν να είχε χαθεί ένας ζωντανός οργανισμός, μια σκιά που μας προστάτευε.
Όσο δούλευα αυτήν την ενότητα, ένιωθα να επιστρέφω ξανά και ξανά στον τόπο μου. Σ’ εκείνο το μέρος όπου οι ρίζες μου δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν – ακόμα κι όταν κόπηκε το μεγάλο δέντρο στην αυλή, όπως χάθηκαν κι αγαπημένοι άνθρωποι, άλλοι στη σιωπή της μνήμης, άλλοι απλώς από τη ζωή. Κι όμως… οι ρίζες, όπως και οι μνήμες, μένουν. Επιμένουν. Είναι στο χώμα, στο σώμα, στο βλέμμα.
Αυτή η δουλειά δεν είναι μόνο φόρος τιμής στη γιαγιά μου ή στους ανθρώπους του χωριού. Είναι κάτι μεγαλύτερο: ένας ύμνος στις ρίζες – στις ανθρώπινες και στις φυτικές – που μας κρατούν, μας ορίζουν, μας φροντίζουν».
Στον τόπο της Κομοτηνής, φτιαγμένο από διαφορετικές στρώσεις και ετερόκλητα θραύσματα, έμπλεο μνήμης, πολιτισμών, σιωπών και χρωμάτων, η φύση, τυλιγμένη με τρυφερότητα ανθρωποκεντρική, ήταν πάντοτε οικεία σαν δεύτερο σπίτι. «Οι γιαγιάδες ήταν οι μεγάλες εκείνες μορφές που τα φρόντιζαν όλα με τον τρόπο τους, όπως τα δέντρα που προστατεύουν ό,τι γεννιέται από κάτω τους. Οι παππούδες, πιο πολύ σκιές στις αφηγήσεις, απόντες αλλά όχι χαμένοι – η μνήμη τους σπασμένη σε κομμάτια, μα πάντα ζωντανή». Πίσω από το σπίτι της γιαγιάς της ζωγράφου, οι γυναίκες στα χωράφια, μουσουλμάνες που έσπαγαν καπνό, ενώ εκείνη που τις φρόντιζε με έναν καφέ. Εικόνες απλές, αλλά βαθιές, μιας ήσυχης συνύπαρξης. Εικόνες πρωτογένειας, δύναμης και σοφίας που αναδύονται τώρα μέσα από αυτά τα έργα ξανά.
Τα έργα της ενότητας, ακρυλικά, λαδοπαστέλ, φύλλα καπνού και κολλάζ, εξέρχονται από τη γη, έχουν υφή, μνήμη, ζωή. Έχουν έντονο χρώμα, που δεν είναι κοσμητικό αλλά φωνή, ρυθμός και αφή. Το νερό τα διατρέχει επίσης, ως στοιχείο ροής και μνήμης. Οι κλωστές, τα αληθινά φύλλα καπνού, τα δέντρα λειτουργούν σαν φορείς βιωμάτων. Περισσότερο από απλά υλικά., αποτελούν αποτυπώματα βίου, περνούν από τον πραγματικό κόσμο στον καμβά, όπως οι ιστορίες που περνούν από στόμα σε στόμα. Τα σχήματα είναι κλειστά, ανάγουν σε φωλιές πουλιών, υποδηλώνοντας την ανάγκη αγάπης, ζωής, προστασίας.
Οι γυναίκες-δέντρα ακούν και θυμούνται, βαδίζοντας πέρα από τη νοσταλγία. Και η Κομοτηνή που τις έσωσε και που τις ανέθρεψε, δεν αποτελεί ποτέ γεωγραφικό πλαίσιο ή αφηγηματικό φόντο, περισσότερο είναι η μυρωδιά, η ύλη και η μαρτυρία. Είναι το ποιητικό και μαζί το πολιτικό βλέμμα της ζωγράφου, που εγκαλεί έναν διάλογο ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, στο παρελθόν και το παρόν, στην απώλεια και στη συνέχεια.









































